
Τι έχουμε αυτή τη στιγμή; Έχουμε εξωφρενική άνοδο των τιμών αλλά και εξωφρενική διατήρηση της υψηλής αστάθειάς τους.
Εύλογα κάποιοι θα μού πείτε –και με το δίκιο σας: «βουλωμένο γράμμα διαβάζεις…» . Δώστε του ένα λεπτό άντε δυο (δεν νομίζω να χρειαστείτε παραπάνω χρόνο για να διαβάσετε το κείμενο που ακολουθεί) για να μοιραστώ μαζί σας το σκεπτικό μου.
Η προαναφερόμενη διαπίστωση συνοδεύεται –κατά την προσωπική μου άποψη- και από μια κατάσταση παραλογισμού. Και μιλώντας με την υπεύθυνη εκστρατείας για τη γεωργία του ελληνικού τμήματος της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace Έλενα Δανάλη, είμαι πλέον πεπεισμένος πως θα μπορούσαμε να είμαστε σε καλύτερη κατάσταση, και όχι να περιμένουμε το «καλάθι της νοικοκυράς» για να τα βγάλουμε πέρα.
Και εξηγούμαι:
Ζούμε, μού λέει η Έλενα Δανάλη, στη χώρα του ελαιόλαδου, του καλύτερου φυτικού ελαίου στον κόσμο και κανονικά η ελληνική αγορά δεν θα έπρεπε να αναταράζεται από τις επιπτώσεις του πολέμου στη διακίνηση φυτικών ελαίων που εισάγονται από τη Ρωσία ή την Ουκρανία…
Την ίδια ώρα, έχουμε εγχώρια παραγωγή λεμονιών, όμως συχνότερα βρίσκομε λεμόνια Αργεντινής στα ψώνια μας παρά ελληνικά –κι αυτό δεν συμβαίνει κατά τη διάρκεια του διμήνου που δεν έχουμε ελληνική παραγωγή, αλλά όλο τον χρόνο.
Στη χώρα της φασολάδας εισάγουμε φασόλια…
Όπως μού εξηγεί, η υπεύθυνη εκστρατείας για τη γεωργία της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace, «ζούμε στη χώρα της φασολάδας αλλά τα φασόλια εισάγονται (!). Επιπλέον, έχουμε απειλή για ελλείψεις τροφίμων, αλλά δεν παίρνουμε κανένα μέτρο για τη μείωση της σπατάλης ή της καταστροφής τροφίμων στο ράφι και στο χωράφι».
-Και τί πρέπει να κάνουμε; Δεν έχουμε και πολλές επιλογές έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση.
-«Κοίτα. Αντιμετωπίζουμε εξωφρενικές αυξήσεις στις τιμές τροφίμων ως συνέπεια της αναστάτωσης στη διεθνή αγορά, αλλά δεν ανακοινώνεται κανένα μέτρο (έστω σταδιακής) απεξάρτησης της ελληνικής γεωργίας από εισαγωγές, λιπάσματα και ορυκτά καύσιμα, τα οποία όχι μόνο συμβάλλουν στην αύξηση του κόστους αλλά πυροδοτούν πολέμους και καταστρέφουν το κλίμα», μού επισημαίνει η ‘Έλενα Δανάλη.
Και συνεχίζει: Έχουμε ελληνικά κτηνοτροφικά φυτά, όπως λούπινο, κουκί, ρεβίθι, αλλά αντί να προωθείται κατεπειγόντως η χρήση τους στις ζωοτροφές, σπαταλάμε χρήματα σε εισαγόμενη (και συχνά μεταλλαγμένη) σόγια που έρχεται από τη Βραζιλία (!).
Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή
Έπειτα είναι και οι τρελές αυξήσεις στα λιπάσματα. «Πρέπει να ανακοινωθούν επείγοντα μέτρα απεξάρτησης της ελληνικής γεωργίας από τα λιπάσματα. Τρόποι σταδιακής αντικατάστασης των λιπασμάτων προφανώς υπάρχουν, και τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να ενημερωθούν σχετικά οι παραγωγοί και να στηριχθούν έμπρακτα για να τις εφαρμόσουν», τονίζει η ‘Έλενα Δανάλη.
Σύμφωνα με την ίδια « για να επιβιώσουμε πρέπει να γίνει αναμόρφωση του ελληνικού αγροδιατροφικού μοντέλου σε δίκαιη, βιώσιμη και ανθεκτική γεωργία. Ακόμη χρειάζεται ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και προώθηση της μεσογειακής διατροφής».
Κατά την υπεύθυνη εκστρατείας για τη βιώσιμη γεωργίας της Greenpeace, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να αποκτήσει η ελληνική γεωργία ανθεκτικότητα στα εξωτερικά πλήγματα και να ανταποκριθεί στους στόχους της: να παρέχει επαρκή, θρεπτική, υγιεινή τροφή προσιτής τιμής σε κάθε πολίτη, και την ίδια ώρα, να διασφαλίζει δίκαιο σταθερό εισόδημα στους παραγωγούς εξασφαλίζοντας διατροφική κυριαρχία στη χώρα.
-Μπορούμε να κάνουμε κάτι άμεσα;
-« Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να μειώσουμε τους φόρους σε φρούτα, λαχανικά και όσπρια ώστε να είναι προσιτά σε όλους και να μετατοπιστεί η κατανάλωση προς μια διατροφή με λιγότερο κρέας, όπως εξάλλου απαιτεί και η αναχαίτιση της κλιματικής κατάρρευσης».
Επισιτιστική κρίση
Για όσους δεν το γνωρίζουν: η εκτόξευση των βασικών ειδών διατροφής, με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία στα ύψη, απειλεί με επισιτιστική κρίση ολόκληρο τον πλανήτη, και κυρίως χώρες που ήδη πλήττονται από έλλειψη τροφής πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Στον πλανήτη γη όμως, 1 στα 3 άτομα (2,37 δισεκατομμύρια άνθρωποι) έρχονται αντιμέτωποι με διατροφική ανασφάλεια και 768 εκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται. Την ίδια ώρα, κάθε χρόνο πετάμε το 30% της παραγόμενης τροφής (αξίας περίπου 940 δισεκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο). Και η Ευρώπη που σήμερα απειλείται με επισιτιστική ανασφάλεια, κάθε χρόνο πετάει 88 εκατομμύρια τόνους τροφίμων- συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.
Νομίζω πως όλοι πλέον έχουμε συνειδητοποιήσει ( το ελπίζω) πως κάτι δεν πάει καλά με το αγροδιατροφικό μας σύστημα. Γι’ αυτό, όπως λέει, και η Έλενα Δανάλη, «όλοι θέλουμε και ζητάμε το ίδιο πράγμα: το φαγητό που αξίζουμε και τις πολιτικές αποφάσεις που δικαιούμαστε».


Latest News

Πρώτα παράγουμε, μετά ξοδεύουμε
Στη δημόσια συζήτηση, αντί να ασχολούμαστε πώς θα συνεχίσουμε να παράγουμε, πώς θα δημιουργήσουμε μεγαλύτερη αξία, εμείς σχεδόν μονοθεματικά, ασχολούμαστε με το πώς και πόσο θα αυξήσουμε τις κρατικές δαπάνες

Παροχές σε λάθος χρόνο
Στην Ελλάδα έχουμε καταφέρει να κάνουμε και πάλι τη λάθος συζήτηση

Χάνεται η λογική
Μπερδεύουν στην κυβέρνηση το «κράτος-εργοδότη» με το «κοινωνικό κράτος»

Ο Τραμπ, ο γεωπολιτικός αναταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας και η παγίδα του Θουκυδίδη;
Το βιβλίο των Αθ. Πλατιά και Β. Τρίγκα από τον Ιωάννη Ε. Κωτούλα και η ανάλυση του επίκαιρου και διόλου ακίνδυνου ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας

Οι «κρυφές» αμυντικές βιομηχανίες και τα οικονομικά οδοφράγματα
Ουδείς είχε αντιληφθεί ότι η Ελλάδα διαθέτει τόσο πολλές βιομηχανίες παραγωγής αμυντικού υλικού κάθε είδους

Ζώντας με 743 ευρώ το μήνα
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Παραβλέποντας ότι αυτός αποτυπώνει ακόμη μια πολύ δύσκολη συνθήκη.

Βάζουν πλάτη οι επιχειρήσεις
Η αύξηση της τάξεως του 6% του κατώτατου μισθού, που ενέκρινε χθες το Υπουργικό Συμβούλιο, δεν είναι διόλου αμελητέα ως ποσοστό

Ο καθρέφτης του χρηματιστηρίου
Σημαντική αύξηση των συναλλαγών, επιχειρηματικές εξελίξεις, νέες συμφωνίες και μεγάλη κινητικότητα σε πολλούς κλάδους είναι ξεκάθαρο σημάδι μιας οικονομίας σε ανάπτυξη

Κλείνει υποθέσεις με το παρελθόν
Το επίσημο ελληνικό κράτος οφείλει να «ξεψαχνίσει» και να φέρει στα ταμεία και το παραμικρό από τα χρωστούμενα, πριν αποφασίσει να προχωρήσουμε ως χώρα

Από τα μπλοκάκια στις εταιρείες για να αποφύγουν την κλίμακα των μισθωτών
Η «μαύρη» εργασία σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκε με τη χρήση της κάρτας εργασίας, αλλά και εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης εργαζομένων στην περίοδο που διαδέχτηκε τα μνημόνια